Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Show menu
Back

01.1.2014

«Ζητείται κλόουν ηλικιωμένος»: κριτική

"Η σημασία του να είσαι σοβαρός"



 



 



Στην Κεντρική Σκηνή Β΄του θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, παίζεται το έργο του γαλλόφωνου Ρουμάνου Ματέι Βίσνιεκ: «Ζητείται κλόουν ηλικιωμένος». Το έργο αυτό είναι μια κωμωδία με στοιχεία γκροτέσκο, που αγγίζουν τα όρια του παραλόγου, ενώ, παράλληλα, λειτουργεί και ως μια πολιτική αλληγορία έντονης καταγγελίας του αυταρχισμού της εκάστοτε κατεστημένης εξουσίας. Το έργο γράφτηκε το 1987 και απαγορεύτηκε στην Ρουμανία της εποχής του Τσαουσέσκου. Ο Τσαουσέσκου ήταν ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος της Ρουμανίας ως το 1989, όπου και καταδικάστηκε σε θάνατο με πλήθος κατηγοριών (από παράνομο πλουτισμό μέχρι γενοκτονία). Κυβερνούσε με βάση τα σταλινικά πρότυπα και ασκούσε έντονη λογοκρισία τόσο στους πολίτες όσο και στους ελεύθερους στοχαστές της εποχής.



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Ο Ματέι Βίσνιεκ έφυγε από την Ρουμανία, νεαρός συγγραφέας, καθώς θεωρούσε πως κυριαρχούσε εκεί μια κουλτούρα με σύμπλεγμα περιθωρίου, φυλάσσοντας, βέβαια, τις ελπίδες του για μια καινοφανή πολιτιστική αντίσταση. Όσο κατακρίνει τον αυταρχισμό του κομμουνιστικού καταπιεστικού κόμματος, άλλο τόσο κατακρίνει και τον φιλελευθερισμό που είναι «είδος χειρισμού, μετατρέπει τον πολίτη σε καταναλωτή, τον ενοχοποιεί, όταν δεν καταναλώνει αρκετά από τη μηχανή της παγκόσμιας οικονομίας… Και τώρα, αντί για δημοκρατία έχουμε να κάνουμε με μία μορφή άγριου και μαφιόζικου καπιταλισμού, για να μη μιλήσουμε και για τον εθνικιστικό παροξυσμό, ο οποίος εξακολουθεί να υφίσταται». Για τον δημιουργό, λοιπόν, η πολιτική θα έπρεπε να εμπνέει ήθος ελευθερίας και να χαράσσει οράματα αλληλεγγύης για έναν κόσμο, φυτώριο ιδεών, πολιτισμού και δημοκρατίας.



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Το έργο δομείται πάνω σε τρία κεντρικά πρόσωπα, όπου δηλωτική είναι η επαγγελματική τους ιδιότητα: κλόουν. Όπως σημείωσε ο ηθοποιός που ενσαρκώνει έναν από τους «πλανόδιους κωμωδούς»: «Σε όλες τις εποχές ο κλόουν είναι μια μορφή που κινείται έξω από τις συμβάσεις. Ένα πλάσμα που έχει τα πόδια του στη γη και το κεφάλι του στον ουρανό. Δεν είναι ηθοποιός, δεν είναι χορευτής, δεν είναι μουσικός, είναι τα πάντα και τίποτα». Όλο το έργο διαδραματίζεται σε μια αίθουσα αναμονής ενός γραφείου, σε έναν χώρο εγκλωβισμού, χωρίς παράθυρα. Οι τρεις υποψήφιοι, γνωστοί μεταξύ τους από περασμένα μεγαλεία, έχουν ανταποκριθεί σε μία αγγελία που ζητά κλόουν ηλικιωμένο. Ξεκινά, λοιπόν, ανάμεσά τους ένα παιχνίδι ανταγωνισμού, που φθάνει στα όρια της αλληλοεξόντωσης και του αυτοεξευτελισμού. Ωστόσο, κάτι κοινό ενώνει αυτά τα «σύννεφα με παντελόνια»: η μοίρα του καταπιεζόμενου θύματος, τα κοινά φθαρμένα όνειρα, οι μάταιες φιλοδοξίες, η αμείλικτη παρουσία ενός πιεστικού χρόνου, η οδύνη των γηρατειών και η εναγώνια προσπάθεια για επιβίωση.



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Το έργο έχει έντονα στοιχεία γκροτέσκο, καθώς κινείται μεταξύ του γελοίου, που αναδίδουν τα φθηνά κόλπα των διασκεδαστών και μεταξύ του τραγικού, που αναδίδεται από τις ψευδαισθήσεις ενός περασμένου μεγαλείου και από τον άκαρπο ανταγωνισμό για επιβίωση. Το έργο κινείται στα όρια του παραλόγου, καθώς χρησιμοποιείται το μοτίβο της αιώνιας και ατελέσφορης αναμονής, ο φυγόκοσμος, ρομαντικός, ονειροπόλος, ενώ κυριαρχεί η «αποστασιοποίηση». Οι ήρωες απομυθοποιούνται και αυτοκαταργούνται από την ίδια την υπόστασή τους: είναι κλόουν, οι απόκληροι, που διασκεδάζουν τη δυστυχία των καθημερινών βιοπαλαιστών με μια ελαφρότητα τραγική, γιατί ο πόνος του λαού είναι αμείλικτος, του λαού που μονάχα προστάζεται και καθοδηγείται. Το προμήνυμα για τη δημιουργία του αισθήματος του Παραλόγου το εντοπίζει ο Camus στον μηχανικό χαρακτήρα της ζωής των ανθρώπων, στο αίσθημα ότι ο χρόνος παρέρχεται αμείλικτα και στο αίσθημα της απομόνωσης που προκαλεί «ναυτία». Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά σηματοδοτούν το έργο του Βίσνιεκ, που επισφραγίζεται από την εξόντωση των εργαζομένων-κλόουν από τον αφανή και απρόσωπο εργοδότη.



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Error! Filename not specified.Η Μαρία Ξανθοπουλίδου σκηνοθέτησε αριστοτεχνικά την παράσταση, καθώς δημιούργησε όλες τις προδιαγραφές για την επικράτηση ενός χώρου πάλης και επίδειξης με σκοπό την επικράτηση του ισχυρότερου. Ενώ εύστοχοι ήταν οι ελιγμοί της, για να φανερώσει και τα ίχνη αλληλεγγύης, που παρόλη την αλλοτρίωση, που επιφέρει η μηχανοποιημένη συνείδηση, δεν μπορούν να διαγραφούν από τις ψυχές των ανθρώπων. Το έργο κλείνει ευφυώς με τους διαρκείς χτύπους του ιδιοτελούς χρόνου, που σαν ντουφεκιές προκαλούν τον τρόμο και την οπισθοχώρηση των αντι-ηρώων. Η ίδια σημειώνει για το έργο: «Η ανθρώπινη μοίρα ορίζεται από τη συλλογικότητα. Οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σε μικρές ή μεγάλες ομάδες τόσο πολύ που πολλές φορές κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από συστήματα που ποντάρουν στη μαζοποίηση. Όσοι βρίσκονται στην ίδια ομάδα με μας είναι εξαιρετικά σημαντικοί, επειδή ακριβώς προσδίδουν νόημα στην ύπαρξή μας. Όσο πιο κοντινοί, τόσο πιο σημαντικοί. Όσο πιο μεγάλοι στην ηλικία τόσο πιο απαιτητικοί. Οι διενέξεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσά μας είναι η απόδειξη ότι για κάποιους είμαστε παρόντες. Με κάποιους μπορεί να περιμένουμε μαζί πάνω σε μια σκηνή θεάτρου. Σ' ένα χώρο που συναντηθήκαμε με απόφαση να επικοινωνήσουμε και όπως οι κλόουν να αφήσουμε τη φαντασία μας να ταξιδέψει και τα πόδια μας να σηκωθούν αυτό το ελάχιστο πάνω από τη γη».



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Εξαιρετικά ήταν τα σκηνικά της Κατερίνας Ζουράρη, που απέδωσαν το αίσθημα του εγκλωβισμού σε μια μικροσκοπική αίθουσα αναμονής χωρίς παράθυρα, χωρίς δυνατότητα φυγής, χωρίς δυνατότητα αδιεξόδου. Τα πολύχρωμα φθαρμένα κουστούμια ήταν αποκαλυπτικά των φθαρμένων νεανικών ονείρων, που σιγά-σιγά χάνουν το χρώμα τους από τη «σκόνη του χρόνου».



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ενσάρκωσε εκπληκτικά τον Πεπίνο, τον πιο γερασμένο από τους κλόουν και κάποτε ισχυρότερο. Ο ίδιος πιστεύει πως είναι ένας μεγαλειώδης ηθοποιός, του οποίου το ταλέντο δεν αναγνωρίστηκε. Συνταρακτική ήταν η απόδοση του αποσπάσματος από τον βασιλιά Λήρ καθώς και η σκηνοθεσία του δήθεν θανάτου του. Ως βιρτουόζος ηθοποιός δημιούργησε έντονη συγκίνηση με την απρόσμενη εναλλαγή γέλιου και δράματος. Εξίσου ταλαντούχος ο Νίκος Αλεξίου υποδύθηκε αριστοτεχνικά τον Φιλίπο, τον περισσότερο ρεαλιστή και απαισιόδοξο. Παρόλη την φαινομενική σκληρότητά του, ξεσπά σε ένα αποκορύφωμα φόβου και αλληλεγγύης, όταν νομίζει ότι ο επίδοξος ανταγωνιστής του πέθανε. Ο Γρηγόρης Γαλάτης έπαιξε, με τρόπο χαρισματικό, τον εύθραυστο, ευαίσθητο και κάπως παράξενο Νικολό, τον πιο δειλό και, ίσως, και πιο τραγικό κλόουν. Παγιδευμένος στις φοβίες και στην χαμηλή του αυτοπεποίθηση, δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας στην σκηνή που παρουσιάζει το νούμερο της παντομίμας του.



 



 



 



 



 



 



 



 



 



Η παράσταση απέσπασε το θερμό χειροκρότημα του κοινού, αφού στηρίχτηκε σε ένα δυνατό κείμενο με έντονες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις και σε έναν δυναμικό θίασο ταλαντούχων ηθοποιών. Οι ανασφάλειες των ηρώων, οι αντιφατικές αντιδράσεις τους απέναντι στην «επέλαση των βαρβάρων», ο παραλογισμός ενός κόσμου υποκρισίας και η καταστρατήγηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων αντιπαραβάλλονται με την δύναμη της αλληλεγγύης, την ηθική του ελέους και την αιώνια ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα. Οι γελωτοποιοί της περιθωριακής χαράς διεκδικούν «τη σημασία του να είσαι σοβαρός».



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 



 


CREATED BY GRAVITY.GR